Παρασκευή, 4 Σεπτεμβρίου 2015

Το παντοτινό μέταλλο

Τα σοκολατένια μάτια αυτών των πριγκιπισσών καταπίνουν λαίμαργα τις φωτογραφικές μηχανές που κρέμονται από το λαιμό μας. Πλησιάζουν κουνώντας τα χέρια τους. Δείχνουν επίμονα, μα διόλου ικετευτικά, την κάμερα. Σα να επιζητούν να ξεδιψάσουν την ψυχή τους από το πηγάδι που πίνουμε κι εμείς. Σα να βιάζονται να μας αποδείξουν ότι τα καταφέρνουν το ίδιο καλά με μας.








Το μάτι δε σφάλει· ξέρει από πρώτο χέρι την ανθρώπινη τρέλα, την αδικία, την εκμετάλλευση, την αρρώστια. Τα θεϊκά ζάρια είναι πειραγμένα προ πολλού. Γιατί λοιπόν να διστάσουν τα χέρια και να μη δοκιμάσουν; Έστω για μερικές στιγμές...

Δίνω την κάμερα και ξέρω ότι αρκούν δυο τρεις κινήσεις μου κι αυτές οι εννιάχρονες δεκάχρονες πριγκίπισσες των δρόμων με τα μάτια όλο μυστήριο αρχίζουν να εκπέμπουν τη φωτεινότητα και τη σιγουριά ανθρώπων που αφήνουν πίσω τους μια και καλή την ανήλιαγη άβυσσο. Δε χορταίνω να κοιτώ τις αέρινες κινήσεις των χεριών, τα μικρά φθονερά πρόσωπα που φεγγίζουν από πρόσκαιρη ευτυχία. Μια σειρά κορδωμένες ψυχές που δεν ταλεντεύονται αλλά χορεύουν με ένα ανεπαίσθητο θράσος.

Με πλησιάζουν. Άραγε θέλουν να τις επιβραβεύσω για τις φωτογραφίες τους; Δίνω οδηγίες, χαμογελώ, ενθαρρύνω. Δε βιάζονται οι παλάμες τους κι ο χρόνος εδώ σέρνεται. Τα αυτιά έχουν μάθει την υπομονή.

Ξαναδοκιμάζουν. Τώρα σιωπηρά, με περισσή αποφασιστικότητα σημαδεύουν, δίνουν οδηγίες για πορτρέτα και πατούν το κλείστρο. Δεν είναι πια παιχνίδι, μα έργο. Τα μάγουλα άναψαν, τα μάτια πείσμωσαν, ποθούν την ανύψωση.

Κι εγώ κρατώ στα ιδρωμένα χέρια και το πυρωμένο μυαλό μου τούτο το αναπάντεχα παντοτινό μέταλλο.